- ἐφθακώς
- φθάνωcomeperf part act masc nom/voc sgφθάζωperf part act masc nom/voc sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
σύνορο — το / σύνορον, ΝΜ όριο, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο τόπους, το τέρμα μιας έκτασης (α. «φθάνουν ώς εκεί που φθάνει ο αχός στα σύνορα τού κόσμου και τού ονείρου», Ζέρβ. β. «μέχρις αυτών συνόρων Τριπόλεως έφθακώς», Άνν. Κομν.) νεοελλ. 1. στον… … Dictionary of Greek